ξεκουμπίζω

ξεκουμπίζω
μετ. выгонять, прогонять, изгонять;

ξεκουμπίζομοι — убираться; — катиться, вытряхиваться (разг );

ξεκουμπίσου γρήγορα από δω! — убирайся быстро отсюда!; — вон отсюда, быстро!


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ξεκουμπίζω" в других словарях:

  • ξεκουμπίζω — 1. διώχνω κάποιον με βάναυσο τρόπο 2. (συν. το μέσ.) ξεκουμπίζομαι παύω να ενοχλώ κάποιον με την παρουσία μου, απομακρύνομαι («ξεκουμπίσου γρήγορα από μπροστά μου»). [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἐξ εκόμισα, αόρ. τού ἐκκομίζω] …   Dictionary of Greek

  • ξεκουμπίζω — ξεκούμπισα, ξεκουμπίστηκα, ξεκουμπισμένος 1. διώχνω, αποπέμπω. 2. το μέσ. (συνηθέστ.), ξεκουμπίζομαι απομακρύνομαι, παύω να ενοχλώ κάποιον με την παρουσία μου: Ξεκουμπίστηκαν επιτέλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεκουμπίδια — επίρρ. άδειασέ μας τη γωνιά, ξεκουμπίσου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξεκουμπίζω + κατάλ. ίδι (πρβλ. πιστολ ίδι, σκουπ ίδι)] …   Dictionary of Greek

  • εξοστρακίζω — εξοστράκισα, εξοστρακίστηκα, εξοστρακισμένος, μτβ. 1. εξορίζω κάποιον με οστρακισμό (βλ. λ.), τον εκτοπίζω, τον διώχνω έξω από τα όρια της πόλης. 2. μτφ., αποβάλλω κάτι, απομακρύνω, εξοβελίζω, ξεκουμπίζω: Εξοστράκισε πολλά ελαττώματά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεκούμπισμα — το, ατος το αποτέλεσμα του ξεκουμπίζω, απομάκρυνση, διώξιμο, αποχώρηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»